Ο Μητσοτάκης ιδιωτικοποιεί και το Σύνταγμα

Τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο τους χωρίς επιστροφή. Θα βρισκόμαστε στο έλεος των αγορών και όσων τις κινούν, δίνοντας ανταλλάγματα προφανώς σε όσους τους εξυπηρετούν.

Όταν ο Μητσοτάκης μιλάει για Σύνταγμα, είναι πιθανότερο να μιλάει για την πλατεία Συντάγματος, παρά για τον ανώτατο νόμο της χώρας. Γνωρίζει το Σύνταγμα, μόνο μέσα από τις πρωτοβουλίες που έχει πάρει για να το ακυρώσει. Έχει παραβιάσει το Σύνταγμα μέσα από την παρακολούθηση των θεσμικών παραγόντων της χώρας, τις αποδεδειγμένες παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη, την εμφάνιση των κοινωνικών διαμαρτυριών ως έγκλημα, την παράκαμψη του άρθρου 16 του Συντάγματος περί δημόσιων Πανεπιστημίων.

Η θορυβώδης απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη να αναγγείλει επισήμως την Συνταγματική Αναθεώρηση, αποτελεί την «στάση Σύνταγμα», όπου σκοπεύει να κατέβει για να ανακόψει την πτωτική πορεία του. Ο Μητσοτάκης δεν έχει καμιά αγωνία ή πρόθεση να βελτιώσει τη θεσμική λειτουργία της χώρας. Επιχειρεί να στρέψει την προσοχή και την πολιτική, σε μια αντιπαράθεση για το «σπουδαίο» για να ξεχάσει η κοινωνία το μοιραίο.

Συνεπώς η πρώτη ευθύνη της Αντιπολίτευσης δεν είναι η συζήτηση για τις λεπτομέρειες για το άρθρο 86 ή όποιο άλλο, αλλά οι χοντράδες για την συνεχή εκτροπή. Δυστυχώς, είναι πολύ πιθανό, το επόμενο διάστημα, προσεχώς δηλαδή, να έχουμε ένα θέατρο σκιών, όπου ο Καραγκιόζης θα πρωταγωνιστεί ως Συνταγματολόγος.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την θεσμική τους αρχή. Το Σύνταγμα μιας χώρας, είναι ο ανώτατος νόμος που ορίζει τα βασικά στοιχεία λειτουργίας του κράτους. Δηλαδή ποιο είναι το Πολίτευμα, πώς οργανώνονται η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία και ποια είναι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των πολιτών. Το Σύνταγμα δεν ορίζει πώς διαμορφώνεται η Οικονομία του Κράτους, ούτε ποιο ιδεολογικό ρεύμα την καθορίζει. Η λειτουργία της Οικονομίας, είναι θέμα που αποφασίζει η κυβέρνηση μετά την δημοκρατική της εξουσιοδότηση από τον λαό. Το αν θα υπάρξουν κοινωνικές πρόνοιες, παρέμβαση του Κράτους στη λειτουργία της Οικονομίας προς τη μία ή άλλη κατεύθυνση, αποτελεί κυβερνητική ευθύνη, η οποία μάλιστα συνδέεται άμεσα με τη λογοδοσία προς τους ψηφοφόρους και την κοινωνία. Εξ ορισμού τα κόμματα, αποτελούν τον εκφραστή συγκεκριμένων, πολλών ωστόσο απόψεων και ιδεολογιών, που εφαρμόζονται όταν υπάρξει η ανάθεση εξουσίας μέσω των εκλογών. Δεν μπορεί το Σύνταγμα να περιορίζει, να εξαναγκάζει τα κόμματα να λειτουργούν με κριτήριο την «δημοσιονομική τάξη», δηλαδή να κινούνται με τα κριτήρια του νεοφιλευθερισμού.

Τι σημαίνει αυτή η κατ ευφημισμόν «τάξη» που επιχειρείται να γίνει Συνταγματική απαίτηση; Το Κράτος δεν θα επιτρέπεται να έχει εκτεταμένο ρόλο στήριξης της κοινωνίας. Θα υπάρχει κόφτης, με το επιχείρημα ότι δεν είναι ισοσκελισμένος ο προϋπολογισμός. Αν για παράδειγμα υπάρχει μια πανδημία όπως ο κορονοϊός ή μια φυσική καταστροφή, το κράτος δεν θα δίνει κονδύλια για να μην υπάρξει έλλειμμα. Οι κοινωνικές δαπάνες για την Υγεία, την Παιδεία, τον Πολιτισμό, θα μπαίνουν στον κόφτη, γιατί έτσι προβλέπει το Σύνταγμα. Αν η κοινωνία διαμαρτυρηθεί, τότε θα της παρέχεται η εναλλακτική λύση της ιδιωτικής Υγείας, Παιδείας και Ασφάλισης, αφού έτσι προβλέπει ο συνταγματικός κόφτης. Οι «νόμοι της αγοράς» δεν είναι πλέον μια οικονομική και ιδεολογική θεώρηση που υποστηρίζουν κάποια κόμματα, αλλά συνταγματικά κατοχυρωμένη ληστεία. Μια προοδευτική κυβέρνηση που μπορεί να πάρει την εξουσία, θα είναι περιορισμένη στο κοινωνικό της πρόγραμμα για να μην γίνει αντισυνταγματική.

Το έλλειμα εμφανίζεται ως κάτι αναμφίβολα κακό που οδηγεί σε αταξία. Ισχύει; Οι μεγαλύτερες Οικονομίες του κόσμου, όπως αυτές των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας, αλλά και 23 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λειτουργούν με έλλειμμα. Το έλλειμμα δεν δείχνει ότι μια χώρα είναι αδύναμη. Έχει σημασία πόσο μεγάλο είναι, πόσο συχνά εμφανίζεται και αν τα χρήματα χρησιμοποιούνται για ανάπτυξη ή για να συνδράμουν την κοινωνία. Δεν αποτελεί μια αριθμητική πράξη.

Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί το παράδειγμα της Γερμανίας που στο Σύνταγμά της, βάζει δικλίδες για την δημοσιονομική τάξη. Το πρώτο που μπορεί να πει κάποιος, είναι πως την εποχή του Τραμπ και του Έπσταϊν, αυτό που αποδεικνύεται είναι πως το «τι κάνουν οι άλλοι» δεν είναι πάντα ασφαλές κριτήριο. Όπως ξέρουμε εδώ και μερικές μέρες, τους κανόνες για το πώς λειτουργούν οι χώρες και οι αγορές τους έθετε ο Έπσταϊν και η παρέα του. Ας μην κάνουμε κανόνα ούτε την πολιτική ηθική Έπσταϊν, ούτε τις άλλες χώρες.

Ας μείνουμε όμως στην Γερμανία. Υπάρχουν σοβαροί ιστορικοί λόγοι που δημιούργησαν το πολιτικό σύνδρομο της δημοσιονομικής τάξης στη Γερμανία. Ο εφιάλτης του πληθωρισμού, όπως τον περιέγραφε η ίδια Άνγκελα Μέρκελ, δεν πρέπει να εμφανιστεί ξανά πάνω από τη χώρα. Μετά τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, για τους οποίους είχε την ευθύνη, η Γερμανία έζησε τον υπερπληθωρισμό και κατ επέκταση την οικονομική αστάθεια. Μετά το 1945, η Δυτική Γερμανία προσπάθησε να αποφύγει πάση θυσία την επανάληψη του φαινομένου και υιοθέτησε την αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία. Ωστόσο, δεν είναι αυτή η πειθαρχία που έκανε την χώρα να ορθοποδήσει, αλλά η Δυτική οικονομική στήριξη, αφού την ήθελαν ισχυρό ανάχωμα απέναντι στα κράτη του Υπαρκτού Σοσιαλισμού.

Σε κάθε περίπτωση, Μητσοτάκης προφανώς δεν θέλει να μετατρέψει την Ελλάδα σε Γερμανία. Θέλει να εξασφαλίζει πως η χώρα δεν θα μπορεί από το Σύνταγμα πλέον, να επιστρέψει σε μια πορεία κοινωνικών παροχών και κοινωνικής ευαισθησίας. Τα πράγματα θα πάρουν τον δρόμο τους χωρίς επιστροφή. Θα βρισκόμαστε στο έλεος των αγορών και όσων τις κινούν, δίνοντας ανταλλάγματα προφανώς σε όσους τους εξυπηρετούν. Ο Μητσοτάκης ιδιωτικοποιεί και το Σύνταγμα της χώρας. Εκεί φτάσαμε.

documentonews.gr

Δείτε περισσότερα

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button