Το γεωπολιτικό εργαλείο της Τουρκίας που περικυκλώνει την Ελλάδα
Γράφει: ο καθηγητής Ζόραν Μιλόσεβιτς, δρ. κοινωνιολογικών επιστημών, ακαδημαϊκός, Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών – Αγία Πετρούπολη.
Επιμέλεια: ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Π. Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).
Για τους Έλληνες, ο παντουρκισμός (Türkçülük) δεν αποτελεί απλώς μια ιδεολογία πολιτιστικής συγγένειας, αλλά ένα ιδεολογικό ρεύμα με σαφή αλυτρωτικά χαρακτηριστικά. Βασικός στόχος είναι η πολιτιστική ή και πολιτική ενοποίηση όλων των λαών που θεωρούνται — πραγματικά ή υποθετικά — τουρκικής καταγωγής. Για την Ελλάδα, το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η ιδεολογία αυτή αγγίζει άμεσα τα ζωτικά ελληνικά συμφέροντα: το Αιγαίο Πέλαγος και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας»*, την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο, τη Θράκη, τα Βαλκάνια και τους ενεργειακούς διαδρόμους.
Δεν πρέπει να λησμονείται ότι Ελλάδα και Τουρκία εξακολουθούν να βρίσκονται σε αντιπαράθεση για τις θαλάσσιες ζώνες. Η Άγκυρα διατηρεί εδώ και δεκαετίες την απειλή πολέμου σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο, ενώ η Αθήνα έχει επανειλημμένα διαμαρτυρηθεί για τουρκικούς θαλάσσιους σχεδιασμούς, τους οποίους θεωρεί νομικά αβάσιμους. Με άλλα λόγια, η ελληνική προσέγγιση μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ο παντουρκισμός δεν είναι μια ρομαντική αφήγηση περί κοινής καταγωγής των τουρκικών λαών, αλλά ένα γεωπολιτικό εργαλείο μέσω του οποίου η Τουρκία επιδιώκει να μετατραπεί από περιφερειακή δύναμη σε κέντρο ενός ευρύτερου ευρασιατικού μπλοκ.
Η Ελλάδα, επομένως, δεν το αντιλαμβάνεται ως πολιτιστική πρωτοβουλία, αλλά ως μακροπρόθεσμη στρατηγική απειλή. Οι Έλληνες ήρθαν σχετικά νωρίς σε επαφή με τον παντουρκισμό, νωρίτερα ακόμη και από τη σύγχρονη Ρωσία, όπως αναφέρει η ιστοσελίδα elkosmos.gr.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές προσπάθειες σύνδεσης των βασικών αρχών του παντουρκισμού με τον πανισλαμισμό έγινε το 1988 από τον τότε πρόεδρο της Τουρκίας Τουργκούτ Οζάλ, στο βιβλίο του «Η Τουρκία στην Ευρώπη». Ο πρώτος στόχος του Οζάλ ήταν να συγκροτήσει, σε βάθος χρόνου, έναν ενιαίο τουρκικό παράγοντα και να προσδώσει στο όραμά του ιστορικό βάθος. Υποστήριζε ότι οι Τούρκοι υπήρξαν φορείς όλων των πολιτισμών που άνθησαν κατά καιρούς στην Ανατολική Μεσόγειο — του χεττιτικού, του λυδικού, του ιωνικού, του βυζαντινού κ.ά. — ενώ φυλές και λαοί όπως οι Πελασγοί, οι Μινωίτες της Κρήτης, οι Μυκηναίοι, οι Κάρες και οι Λέλεγες παρουσιάζονταν δήθεν ως τουρκικής καταγωγής!
Όπως μπορείτε να συμπεράνετε από τις παραπάνω θεωρίες, εμφανίζονται σαν οι Τούρκοι να έθεσαν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού. Σήμερα κανείς σοβαρός ιστορικός δεν αποδέχεται το μοντέλο του ελληνικού πολιτισμού. Έτσι δίδασκε ο Σελαχατίν.
Υπό αυτή την έννοια, πρόκειται για ευρύτερη έννοια από τον παντουρκισμό, καθώς περιλαμβάνει και λαούς όπως οι Ούγγροι, οι Φινλανδοί και οι Εσθονοί. Αντίθετα, ο όρος «τουρκισμός» (Türklük) αναφέρεται στον πρώιμο τουρκικό εθνικισμό και, σύμφωνα με Οθωμανούς διανοουμένους, είχε στενότερο περιεχόμενο από τον παντουρκισμό, καθώς περιοριζόταν κυρίως στον εθνικισμό των Οθωμανών Τούρκων.
Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη συνεργασία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις Κεντρικές Δυνάμεις, η ιδεολογία αυτή λειτούργησε ως εργαλείο κινητοποίησης των λαών της τουρκικής καταγωγής στην Κεντρική Ασία, με στόχο να συμβάλουν στην αποδυνάμωση και τελικά στη διάλυση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδίως μετά τον θάνατο του Ατατούρκ το 1938, ο παντουρκιστικός χώρος γνώρισε νέα άνθηση. Η γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ θεωρήθηκε από παντουρκιστικούς κύκλους ως μεγάλη ευκαιρία για την αυτονόμηση περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης όπου ζούσαν τουρκογενείς πληθυσμοί. Υπό την επιρροή του ναζισμού, ο παντουρκισμός απέκτησε τότε και έντονη ρατσιστική διάσταση, προβάλλοντας την υποτιθέμενη ανωτερότητα της τουρκικής φυλής.
Επισήμως, βέβαια, η τουρκική κυβέρνηση, παρότι σε έναν βαθμό ανεχόταν και ενθάρρυνε αυτές τις κινήσεις, δήλωνε ότι παραμένει ουδέτερη. Η στάση αυτή ήταν βαθιά οπορτουνιστική και συνδεόταν άμεσα με τον φόβο της σοβιετικής ισχύος. Ενδεικτική είναι η μαρτυρία σύμφωνα με την οποία ο τότε Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Mehmet Şükrü Saracoğlu εκμυστηρεύθηκε στον Franz von Papen ότι, όσο η Γερμανία δεν είχε συντρίψει ολοκληρωτικά την ΕΣΣΔ, η Τουρκία δεν μπορούσε να συμμαχήσει μαζί της, φοβούμενη αντίποινα εις βάρος των εκεί «τουρκικών» μειονοτήτων.
Ο τελικός στόχος του Τούρκου προέδρου είναι η ανάδειξη της χώρας του σε δύναμη παγκόσμιας εμβέλειας, ικανή να συνομιλεί επί ίσοις όροις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Ρωσία και την Κίνα. Η ρητορική του συνδυάζει, ανάλογα με την περίσταση και το ακροατήριο, στοιχεία νεο-οθωμανισμού (Yeni Osmanlıcılık), πανισλαμισμού, παντουρανισμού, τουρκισμού και παντουρκισμού.
Οι λεγόμενες «πανιδεολογίες», όπως ο πανισλαμισμός και ο παντουρκισμός, λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος για την Τουρκία, καθώς αποσκοπούν στο να τη μετατρέψουν σε σημείο αναφοράς μιας ευρύτερης γεωπολιτικής ενότητας.
Τα τελευταία χρόνια, ο παντουρκισμός φαίνεται να καταλαμβάνει ολοένα πιο κεντρική θέση στους σχεδιασμούς της Άγκυρας, επειδή της προσφέρει ένα πεδίο μικρότερου ανταγωνισμού σε σχέση με άλλα γεωπολιτικά μέτωπα.
Απευθυνόμενος στα τουρκογενή κράτη του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας, ως ηγέτης του πολυπληθέστερου και ισχυρότερου τουρκικού κράτους, ο Ερντογάν μπορεί να χρησιμοποιεί ταυτόχρονα τόσο το χαρτί της θρησκείας όσο και το χαρτί της κοινής εθνοτικής καταγωγής. Ο προσωπικός του στόχος είναι να εμφανιστεί ως ένας νέος Ατατούρκ — ως «πατέρας των Τούρκων» — όχι μόνο για τους Τούρκους εντός της Τουρκίας, αλλά και για όλους τους τουρκογενείς λαούς. Δεν είναι τυχαίο ότι πριν από μερικά χρόνια, στην Αστάνα του Καζακστάν, μίλησε για 300.000.000 Τούρκους.
Η κυβερνητική συνεργασία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) με το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) συνέβαλε αναμφίβολα στην ενίσχυση του παντουρκισμού ως εργαλείου εξωτερικής πολιτικής. Άλλωστε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το MHP από τη δεκαετία του 1960 λειτουργεί ως ο κύριος πολιτικός φορέας αυτής της ιδεολογίας στην Τουρκία. Το τελευταίο μεγάλο κύμα ανεξαρτητοποίησης κρατών σημειώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε και στη θέση της εμφανίστηκε η Ρωσική Ομοσπονδία και μια σειρά μικρότερων κρατών.
Σχεδόν αμέσως, στον λεγόμενο ευρασιατικό χώρο αναδύθηκαν νέες πολιτικές οντότητες, οι οποίες επιδίωξαν να αυτοπροσδιοριστούν και να συγκροτήσουν τον δικό τους μύθο εθνικής συνείδησης. Στην Κεντρική Ασία, ειδικότερα, τα νέα κράτη προσπάθησαν να απομακρυνθούν — άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι — από τον προηγούμενο «δυνάστη» τους και να αναζητήσουν νέους συμμάχους, στηριζόμενα κυρίως σε οικονομικά συμφέροντα. Η Τουρκία, επομένως, φάνταζε γι’ αυτά ως η πιο πρόσφορη επιλογή, ιδίως από τη στιγμή που οι δεσμοί μαζί της μπορούσαν να παρουσιαστούν ως έχοντες ισχυρό ιστορικό υπόβαθρο.
Καθοριστική καμπή στην εξέλιξη του παντουρκισμού υπήρξε η εκλογική νίκη του τουρκικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) το 2002. Το κόμμα αυτό, αντιλαμβανόμενο ότι τα σχέδια περί ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης και νεοοθωμανισμού, σταδιακά «βυθίζονταν», έτσι εγκατέλειψε την πανισλαμική ατζέντα και υιοθέτησε το σχέδιο του παντουρκισμού.
Επιπλέον, ο πρώην πρόεδρος του Καζακστάν Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ πρότεινε το 2006 τη δημιουργία ενός οργανισμού κατά το πρότυπο της Ευρασιατικής Ένωσης, παρέχοντας σημαντική στήριξη στην επιτυχία αυτού του εγχειρήματος.
Το 2009, με τη Συμφωνία του Ναχιτσεβάν, ιδρύθηκε το Συμβούλιο Συνεργασίας Τουρκόφωνων Κρατών, στο οποίο συμμετείχαν η Τουρκία, το Καζακστάν, το Κιργιστάν και το Αζερμπαϊτζάν, ενώ το 2019 σε αυτή την εθελοντική συμμαχία προσχώρησε και το Ουζμπεκιστάν.
Το 2018, η Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν, ο οποίος έχει εκφράσει δημόσια τον θαυμασμό του για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, απέκτησε καθεστώς κράτους-παρατηρητή, δίνοντας ώθηση και στο «ουδέτερο» Τουρκμενιστάν να ακολουθήσει το ίδιο παράδειγμα το 2021.
Κάποιοι Έλληνες γεωπολιτικοί αναλυτές δεν αντιμετωπίζουν κατά κανόνα τον παντουρκισμό ως απλή «πολιτιστική συνεργασία των τουρκόφωνων λαών», αλλά ως ένα από τα εργαλεία της τουρκικής στρατηγικής επέκτασης, δηλαδή ως εργαλείο γεωπολιτικής. Για αυτούς, πρόκειται για μια ιδεολογική ομπρέλα που επιτρέπει στην Άγκυρα να παρουσιάζει τις φιλοδοξίες της ως «φυσική διασύνδεση του τουρκικού κόσμου» και όχι ως επέκταση επιρροής.
Η πιο αυστηρή ελληνική αποτίμηση θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: ο παντουρκισμός είναι η χερσαία εκδοχή αυτού που αποτελεί η «Γαλάζια Πατρίδα» για τη θάλασσα — ένα σχέδιο διεύρυνσης του χώρου της τουρκικής ισχύος. Στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο αυτό εκδηλώνεται ως θαλάσσια πίεση· στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία ως εθνοπολιτιστική και αμυντική δικτύωση· στα Βαλκάνια ως ήπια παρουσία μέσω της θρησκείας, του πολιτισμού, των μειονοτήτων, των μέσων ενημέρωσης, της εκπαίδευσης και της οικονομίας.
Ενδιαφέρον έχει ότι κάποιοι Έλληνες αναλυτές κάνουν εδώ μια σημαντική διάκριση: δεν υποστηρίζουν όλοι ότι η Τουρκία επιδιώκει άμεσα τη δημιουργία ενός «Τουράν» ως ενιαίου κράτους. Υποστηρίζουν, όμως, ότι η Άγκυρα οικοδομεί συστηματικά ένα δίκτυο εξαρτήσεων και πιστότητας. Ο Οργανισμός Τουρκικών Κρατών επισήμως μιλά για εμβάθυνση της συνεργασίας και της αλληλεγγύης μεταξύ των τουρκικών κρατών στη βάση της κοινής ιστορίας, γλώσσας και κουλτούρας, ενώ το έγγραφο «Turkic World Vision 2040» προβλέπει πολιτική αλληλεγγύη, συντονισμό, κοινό μιντιακό χώρο, διασπορά, εκπαίδευση, ενέργεια και συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας.
Ακριβώς αυτό είναι που αρκετοί Έλληνες στρατηγικοί αναλυτές το ερμηνεύουν ως θεσμοποίηση του παντουρκισμού και όχι ως φολκλόρ. Για την ελληνική ανάγνωση, το Αζερμπαϊτζάν αποτελεί το βασικό παράδειγμα που αποδεικνύει ότι ο παντουρκισμός δεν είναι απλώς αφήγημα. Η Διακήρυξη της Σούσα αναβάθμισε τις σχέσεις Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν σε επίπεδο συμμαχίας, με έμφαση στο σύνθημα «ένα έθνος, δύο κράτη», στον συντονισμό της εξωτερικής πολιτικής και στη συμβολή στην ανάπτυξη του τουρκικού κόσμου. Έλληνες αναλυτές, τονίζουν ότι αυτό δείχνει τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία συνδέει την ταυτότητα, τη στρατιωτική συνεργασία, την ενέργεια και τον γεωπολιτικό διάδρομο από την Ανατολία προς τον Καύκασο και, στη συνέχεια, προς την Κεντρική Ασία.
Οι σκληροί ελληνικοί γεωπολιτικοί κύκλοι, όπως εκείνοι γύρω από τον Ιωάννη Μάζη και τον Κωνσταντίνο Γρίβα, δεν αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως έναν απλώς «δύσκολο γείτονα», αλλά ως αναθεωρητική δύναμη. Ο Γρίβας, για παράδειγμα, έχει μιλήσει για έναν υβριδικό «πόλεμο» της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας και για πρόθεση σταδιακής αποδόμησης της Ελλάδας ως παράγοντα αντίστασης. Ο Μάζης, στις δημόσιες παρεμβάσεις του, χρησιμοποιεί ιδιαίτερα αυστηρή γλώσσα για τη σημερινή Τουρκία και θέτει το ερώτημα με τι είδους καθεστώς συνομιλούν τελικά η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα.
Η ελληνική εκτίμηση είναι ιδιαίτερα αυστηρή επειδή ο παντουρκισμός δεν εξετάζεται απομονωμένα, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος που περιλαμβάνει τον νεοοθωμανισμό, την ισλαμική πολιτική επιρροή, τον τουρκικό εθνικισμό, τη «Γαλάζια Πατρίδα» και την ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής βιομηχανίας.
Μια πιο μετριοπαθής, ακαδημαϊκή εκτίμηση, όπως εκείνη που διατυπώνεται από το ELIAMEP, θεωρεί ότι η Τουρκία επιδιώκει να λειτουργήσει ως μεσαία δύναμη, παραμένοντας στο ΝΑΤΟ και στις ευρωπαϊκές αγορές, ενώ ταυτόχρονα διευρύνει τα περιθώρια ελιγμών της προς τη Ρωσία, τον Κόλπο, την Κεντρική Ασία, την Αφρική και την Ασία. Αυτό ακριβώς είναι το οποίο οι ελληνικοί κύκλοι ασφαλείας αντιλαμβάνονται ως επικίνδυνο: η Τουρκία επιδιώκει να είναι παρούσα παντού, χωρίς να εξαρτάται πλήρως από κανέναν.
Η ουσία της ελληνικής αποτίμησης είναι η εξής: ο παντουρκισμός είναι χρήσιμος για την Άγκυρα επειδή της προσφέρει «βάθος». Αν η Τουρκία εμφανίζεται μόνη της, είναι μια περιφερειακή δύναμη με μεγάλα προβλήματα. Αν, όμως, παρουσιάζεται ως κέντρο ενός ευρύτερου τουρκικού κόσμου, αποκτά δημογραφικό, ενεργειακό, μεταφορικό, στρατιωτικό και συμβολικό βάθος — από τον Καύκασο έως την Κεντρική Ασία. Γι’ αυτό οι Έλληνες τον αντιλαμβάνονται ως πολλαπλασιαστή της τουρκικής ισχύος.
Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, στο ζήτημα του παντουρκισμού, η Ελλάδα συναποτελεί το φυσικό σύμμαχο της Ρωσίας και της Κίνας.
Ωστόσο, για να καταστεί μια τέτοια σύμπλευση πραγματικότητα, είναι σαφές ότι θα πρέπει να προηγηθούν σημαντικές κοινωνικές αλλαγές, πρωτίστως στην ίδια την Ελλάδα. Γιατί οι Τούρκοι περικυκλώνουν στρατηγικά την Ελλάδα, χωρίς η ελληνική πολιτική ελίτ να δίνει την απαιτούμενη προσοχή. Συγκεκριμένα, η τουρκική επιρροή στην Αλβανία, στο Κοσσυφοπέδιο και Μετόχια, καθώς και στη Βόρεια Μακεδονία, είναι σημαντική. Όχι μόνο τους εξοπλίζει, αλλά και τους προετοιμάζει στρατιωτικά, δηλαδή τους εκπαιδεύει. Σύμφωνα με το κυρίαρχο αφήγημα, αυτό γίνεται λόγω των Σέρβων. Τι θα συμβεί όμως αν όλα αυτά θα στρέφονται εναντίον των Ελλήνων;
Η Ελλάδα έχει μέτριες σχέσεις με τους Αλβανούς και τους Βορειομακεδόνες, ενώ ούτε με τους Βουλγάρους οι σχέσεις είναι απολύτως ομαλές. Απομένει η Θράκη ως η περιοχή μέσω της οποίας η Ελλάδα διατηρεί χερσαία σύνδεση με τα Βαλκάνια. Οι Βούλγαροι διαμαρτύρονται ότι οι Τούρκοι τους εκτοπίζουν από τη δική τους Θράκη, όπως οι Αλβανοί εκτοπίζουν τους Σέρβους από το Κοσσυφοπέδιο και Μετόχια.
Εδώ διακρίνεται ένα σημαντικό στρατηγικό λάθος των Ελλήνων, το οποίο υπονόμευσε τις σχέσεις τους με τους Σλάβους, που συναποτελούσαν το φιλικό γεωπολιτικό και το υπόβαθρο με το στρατηγικό τους βάθος. Οι Έλληνες σήμερα είναι πλέον περικυκλωμένοι από παντού και χωρίς ξεκάθαρο στρατηγικό βάθος.
Επιμέλεια:
Academician Professor ALEXIOS P.PANAGOPOULOS (DDDr. Dr.Habil.)
Academician EASA – European Academy of Sciences & Arts (Salzburg – Austria, from 5.6.2024).
Academician MCA – International Slavic Academy oF Sciences, Culture, Education & Arts (Moscow – 7 Slavic Countries, from 26.12.2018).
Academician IEAI – International Ethical Academy of India, from 6/2024.
Professor of Political Sciences & Law, Department
Phd Political Sciences.
Phd Bioethics Biopsychology Medical Anthropology.
Phd Theology Religion.
Diploma Dr. Habilitation of Law.
Post-Doc’s in Law University of Belgrade
Post-Doc in Theology Religion University of Munchen
Post-Doc in Bioethics University of Patras
Degree of Law/Lawyer, Degree of Theology, Degree of History/Philology, Degree of Music. Scholar DAAD, ΙΚΥ, etc.
Director EPLO for BiH and MNE. Author, Poet.
Candidate for Nobel Peace Prize 2025.
Member Ciesart, Camara Internacional de Escritores y Artistas – Spain
Member World Association of Jurists (WJA), Washington, USA
https://orcid.org/0009-0008-9304-4040
https://ftb.academia.edu/AlexiosPanagopoulos/Papers
https://scholar.google.com/scholar?hl=el&as_sdt=0%2C5&q=aleksios+panagopoulos&btnG=
https://www.biblionet.gr/ Παναγόπουλος, Αλέξιος Π








