Πως η Κυβέρνηση χάρισε Στρατηγικές στην Τουρκία..
ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΠΑΡΑΧΩΡΟΥΝΤΑΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΟΥΣ ΟΜΙΛΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, Η ΑΘΗΝΑ ΤΡΟΦΟΔΟΤΕΙ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΕΠΕΚΤΑΤΙΣΜΟ

Η κυβέρνηση της χώρας, προκειμένου να εδραιώσει τη θέση της ως ενεργειακός κόμβος στην Ευρώπη και να εξασφαλίσει τη σύνδεσή της με τις ενεργειακές ανάγκες της Μέσης Ανατολής, φαίνεται να προχωρά σε ενέργειες που προδιαγράφουν μεγάλες αλλαγές στο φυσικό τοπίο της χώρας.
Τα βουνά και οι θάλασσες της Ελλάδας παραχωρούνται σε μεγάλους ενεργειακούς και κατασκευαστικούς ομίλους, οι οποίοι αναλαμβάνουν την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων με σκοπό την επίτευξη των ενεργειακών στόχων της χώρας.
Ωστόσο, οι επιλογές αυτές προκαλούν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με την καταστροφή του φυσικού πλούτου, καθώς και τις μακροπρόθεσμες συνέπειες για το περιβάλλον.
Η στρατηγική αυτή, με στόχο να καταστήσει την Ελλάδα ενεργειακό κόμβο στην Ευρώπη, περιλαμβάνει μια σειρά από διασυνδέσεις και έργα που φιλοδοξούν να ενισχύσουν τις ενεργειακές υποδομές της χώρας και να μειώσουν την εξάρτησή της από άλλες πηγές ενέργειας.
Παρά τις θετικές προθέσεις που εκφράζονται, υπάρχει μια σημαντική παράμετρος που δεν έχει αναδειχθεί επαρκώς και αφορά την ετοιμότητα της χώρας να διαχειριστεί τις διπλωματικές και πολιτικές προκλήσεις, ειδικά σε σχέση με τις αυξανόμενες απειλές από την Τουρκία, οι οποίες ενδέχεται να αποσταθεροποιήσουν την όλη διαδικασία.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της στρατηγικής είναι το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, το οποίο προωθείται από τον ΑΔΜΗΕ μέσω της θυγατρικής του εταιρείας, Great Sea Interconnector.
Η υλοποίηση αυτού του έργου, με προϋπολογισμό 1,9 δισεκατομμυρίων ευρώ, αναμένεται να ενισχύσει τη διασύνδεση των τριών χωρών και να εξασφαλίσει την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου, καθώς και τη δυνατότητα πρόσβασης σε πιο «πράσινες» πηγές ενέργειας.
Η χρηματοδότηση του έργου περιλαμβάνει τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης με 658 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η γαλλική Meridiam είχε εξ αρχής συμφωνήσει να συμμετάσχει με το 49,9% της χρηματοδότησης.
Αρχικά, η Κύπρος εμφανίστηκε επιφυλακτική απέναντι στην πλήρη συμμετοχή της στο έργο. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις, το 2024 επιβεβαίωσε τη συμμετοχή της στην εταιρεία του έργου με την κατάθεση 100 εκατομμυρίων ευρώ.
Ταυτόχρονα, το γεωπολιτικό ρίσκο παρέμεινε παρόν καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, καθώς υπήρχαν φόβοι για την πιθανότητα διακοπής του έργου λόγω εξωτερικών πιέσεων και απειλών.
Τελικά, μετά από μήνες διαπραγματεύσεων και πιέσεων από την κυβέρνηση, την Κομισιόν και τις εμπλεκόμενες εταιρείες, επετεύχθη μια συμφωνία προς το τέλος του 2024.
Σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου θα επιφέρει σημαντικά οφέλη στην ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου, παρέχοντας τη δυνατότητα πρόσβασης σε πιο οικονομικές και «πράσινες» πηγές ενέργειας, ενώ θα μειώσει την ενεργειακή απομόνωσή της.
Επιπλέον, αναμένονται γεωπολιτικά οφέλη, όπως η ενίσχυση της θέσης της Κύπρου ως ενεργειακού κόμβου στην περιοχή. Ωστόσο, αυτή η επιχειρηματολογία είναι κοινή και για άλλες εσωτερικές διασυνδέσεις, όπως η Κρήτη, η οποία επίσης φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε ενεργειακό κόμβο.
Η πραγματική παράμετρος που συχνά παραβλέπεται είναι η υποχρέωση των περιοχών που εμπλέκονται στις διασυνδέσεις να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια σε ποσότητες που υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνη που μεταφέρεται μέσω των διασυνδέσεων.
Αυτό δημιουργεί αμφιβολίες σχετικά με την πραγματική βιωσιμότητα αυτών των έργων και τη δυνατότητα της χώρας να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις ενεργειακές ανάγκες που προκύπτουν από αυτές τις στρατηγικές επιλογές.
Η Κύπρος, στο πλαίσιο των εξελίξεων στον ενεργειακό τομέα, αναμένεται να μετατραπεί σε έναν από τους πιο σημαντικούς ενεργειακούς κόμβους της Μεσογείου, μέσω της προώθησης διασυνοριακών ηλεκτρικών διασυνδέσεων και εξαγωγών «πράσινης» και φθηνής ενέργειας προς την Ευρώπη.
Στην ουσία, αυτό που διαφαίνεται είναι η δημιουργία μιας μεγάλης ενεργειακής «μπαταρίας» που θα εξασφαλίσει την αποθήκευση και εξαγωγή ενέργειας σε μεγάλες ποσότητες, όχι μόνο για την Κύπρο, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή.
Το πρώτο σημαντικό βήμα σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι η ηλεκτρική διασύνδεση με το Ισραήλ, η οποία θα αποτελέσει τον βασικό άξονα για τη μετάδοση της πράσινης ενέργειας στην Ευρώπη.
Επιπλέον, η Ελλάδα θα ενισχύσει τη στρατηγική της με έργα όπως η διασύνδεση μέσω Κρήτης και η δημιουργία του «Green Aegean», που φιλοδοξεί να ενώσει την Ελλάδα με την Κεντρική Ευρώπη μέσω της Αδριατικής.
Οι ενεργειακές αυτές πρωτοβουλίες έχουν στόχο να καταστήσουν τη Μεσόγειο, και ειδικότερα τη νοτιοανατολική Ευρώπη, ως έναν βασικό κόμβο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Το EuroAsia Interconnector, το οποίο θα συνδέει την Κύπρο και το Ισραήλ με την Ευρώπη, είναι ένα ακόμα έργο κλειδί για την ενίσχυση αυτών των ενεργειακών ροών.
Η Κύπρος και η Κρήτη εξελίσσονται, λοιπόν, σε κομβικά σημεία του ενεργειακού δικτύου της Ευρώπης, με τη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας, Ισραήλ και Κύπρου να φέρνει νέες δυνατότητες, όχι μόνο για την παραγωγή και εξαγωγή πράσινης ενέργειας, αλλά και για την από κοινού εκμετάλλευση του φυσικού αερίου από τα τρία κράτη.
Παράλληλα, η Ελλάδα έχει αναπτύξει στρατηγικές συνεργασίες με το Ισραήλ και την Αίγυπτο μέσω του EuroAsia Interconnector και του GREGY, οι οποίες έχουν επιλεγεί από την ΕΕ ως έργα κοινού ενδιαφέροντος.
Στις 27 Δεκεμβρίου 2024, οι υπουργοί Ενέργειας της Ελλάδας και της Κύπρου συμφώνησαν να ξεπεράσουν τα εμπόδια και να προχωρήσουν στην υπογραφή συμφωνίας για τη συμμετοχή της Κύπρου στο έργο.
Λίγες μέρες πριν, η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ για την ανάπτυξη ενός «πράσινου» διαδρόμου ηλεκτρικής ενέργειας από το Ισραήλ προς την ΕΕ μέσω Ελλάδας ολοκληρώθηκε με επιτυχία.
Παράλληλα, η ολοκλήρωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κρήτης-Αττικής προσφέρει τις υποδομές που απαιτούνται για να στηρίξουν αυτές τις προσπάθειες.
Ωστόσο, παρά τις θετικές εξελίξεις, το έργο αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, όπως αναφέρθηκε από τον αμερικανικό οίκο Curtis, ο οποίος είχε αναλάβει την αξιολόγηση του έργου για το κυπριακό Υπουργείο Ενέργειας.
Οι τεχνικές και οικονομικές δυσκολίες, σε συνδυασμό με το αυξανόμενο γεωπολιτικό ρίσκο από την Τουρκία, καθιστούν την υλοποίηση του έργου αβέβαιη.
Στις 6 Μαρτίου 2025, η ελληνική πλευρά προχώρησε στο πάγωμα των ερευνητικών εργασιών, καθώς το ιταλικό πλοίο που είχε αναλάβει τις μελέτες απέπλευσε από την Κρήτη.
Η απόφαση αυτή οφείλεται σε στρατηγικές και πολιτικές ανησυχίες, με το ρίσκο της τουρκικής αντίδρασης να καθιστά την κατάσταση πιο περίπλοκη.
Η ένταση στα διεθνή ύδατα κοντά στην Κάσο και την Κάρπαθο, όπου οι έρευνες διακόπηκαν τον Ιούλιο του 2024 λόγω της παρουσίας τουρκικών πλοίων, ανέδειξε την κρισιμότητα της κατάστασης.
Από τότε, οι έρευνες δεν έχουν επανεκκινήσει, και η Αθήνα παραμένει συγκρατημένη ως προς την ανάληψη περαιτέρω ρίσκου.
Οι αποφάσεις που θα ληφθούν στο άμεσο μέλλον θα κρίνουν την πορεία αυτού του σημαντικού έργου, με το γεωπολιτικό τοπίο και τις διπλωματικές ισορροπίες να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία ή την αποτυχία του.
Από τον Αύγουστο του 2019, μια απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης άλλαξε δραματικά τα δεδομένα στην περιοχή της Ρόδου, του Καστελλόριζου, της Καρπάθου και της Κρήτης, αλλάζοντας την πάγια πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων και ουσιαστικά περιορίζοντας την εν δυνάμει ελληνική ΑΟΖ μέχρι τον 30ο Μεσημβρινό.
Αυτή η κίνηση όχι μόνο υπονόμευσε τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά συνέβαλε και στην αναγνώριση και ενίσχυση της τουρκολιβυκής ΑΟΖ, περιορίζοντας την προοπτική για την επίσημη αναγνώριση της ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου στην περιοχή.
Η απόφαση αυτή ελήφθη από την κυβέρνηση Μητσοτάκη με την πλήρη ανοχή, και ίσως και αδιαφορία, των πολιτικών κομμάτων, τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχουν αντιδράσει επαρκώς.
Στην πράξη, το υπουργείο Εξωτερικών και το υπουργείο Άμυνας έδωσαν για πρώτη φορά την άδεια στην Τουρκία να διεξάγει στρατιωτική άσκηση μέσα στο FIR Αθηνών, σε περιοχή που περιλαμβάνει το κομμάτι του Αιγαίου μεταξύ Ρόδου και Καστελλόριζου.
Το γεγονός αυτό, το οποίο παρέμενε μέχρι τότε εντελώς αδιανόητο, σήμανε την αποδοχή από την ελληνική πλευρά μιας κατάστασης, η οποία όχι μόνο αμφισβητεί τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά υπονομεύει και τις μελλοντικές δυνατότητες της χώρας να προστατεύσει την ΑΟΖ της.
Ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, αν και δήλωσε στη Βουλή ότι η περιοχή της τουρκικής άσκησης ήταν εκτός των περιοχών που καλύπτει το μνημόνιο, η ουσία της δήλωσης αυτής ήταν πως η κυβέρνηση ουσιαστικά «πέταξε» την περιοχή αυτή εκτός των ελληνικών συμφερόντων, προσφέροντάς την έμμεσα στην Τουρκία.
Αυτή η υποχώρηση άνοιξε τον δρόμο για την Τουρκία να προχωρήσει σε πιο επιθετικές κινήσεις στην περιοχή, όπως η υπογραφή της τουρκολιβυκής συμφωνίας για την οριοθέτηση ΑΟΖ, που έγινε επισήμως στις 27 Νοεμβρίου 2019.
Η συμφωνία αυτή, που υπεγράφη μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, έθεσε τα θεμέλια για την οριοθέτηση μιας ΑΟΖ που εκτείνεται από τις τουρκικές μέχρι τις λιβυκές ακτές, παρακάμπτοντας την ελληνική ΑΟΖ.
Στις 7 Δεκεμβρίου 2019, η Τουρκία κατέθεσε επισήμως αυτή τη συμφωνία στην αρμόδια επιτροπή του ΟΗΕ, και αυτή καταχωρήθηκε στον Πίνακα 104/2021 του ΟΗΕ. Από τότε, η ελληνική κυβέρνηση απέφυγε να προχωρήσει σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίδραση που θα μπορούσε να ανατρέψει το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο.
Ειδικότερα, απέφυγε την μοναδική ενέργεια που θα μπορούσε να ακυρώσει την τουρκολιβυκή συμφωνία: την επίσημη κατάθεση των συντεταγμένων της ελληνικής ΑΟΖ στην περιοχή στον ΟΗΕ.
Η παράλειψη αυτής της κρίσιμης ενέργειας από την ελληνική κυβέρνηση, παρά την ξεκάθαρη και αδιαμφισβήτητη ανάγκη για την προστασία των ελληνικών συμφερόντων, σηματοδοτεί μια σοβαρή αδυναμία στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής και γεωπολιτικής στρατηγικής στην περιοχή.
Η απουσία αντίδρασης από την ελληνική πλευρά δημιούργησε το πολιτικό και διπλωματικό κενό στο οποίο η Τουρκία προχώρησε σε επεκτατικές ενέργειες, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά την ελληνική αδυναμία να προστατεύσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα στη Μεσόγειο.
Τροφοδοτείται ο τουρκικός επεκτατισμός
Στις 6 Αυγούστου 2020 υπογράφηκε η Συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου «για την οριοθέτηση της ΑΟΖ» μεταξύ των δύο κρατών. Η Συμφωνία αυτή συνιστά μερική οριοθέτηση της ΑΟΖ.
Έτσι φτάνουμε στη στιγμή που η Αθήνα υποχώρησε προ μηνών στην τουρκική πίεση και άναψε το πράσινο φως στο ιταλικό ερευνητικό σκάφος να ζητήσει άδεια από την Τουρκία για να διεξάγει τις εργασίες του στα επτά μίλια έξω από την Κάσο.
Πολύ δικαιολογημένα, η Άγκυρα διάβασε εκείνη την ελληνική υποχώρηση σαν έμμεση νομιμοποίηση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου.
Από εκεί και πέρα δεν χάνει ευκαιρία να παρενοχλεί με πολεμικά πλοία το ερευνητικό σκάφος, όποτε εξέρχεται των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Η Τουρκία, λοιπόν, όχι απλώς έχει εντείνει την επεκτατική πίεση, αλλά για την ακρίβεια, ο επεκτατισμός της έχει πραγματοποιήσει ποιοτικό άλμα κατά τρόπο που μπορεί να εκληφθεί ως προετοιμασία του εδάφους για δημιουργία τετελεσμένου, όταν θα δοθεί η κατάλληλη ευκαιρία.
Και βεβαίως, η Αθήνα τροφοδοτεί τον τουρκικό επεκτατισμό, όσο προσπαθεί να εξαγοράσει με φαινομενικά ανώδυνες υποχωρήσεις το κλίμα “ήρεμων υδάτων”.
Η διακοπή του έργου αποτελεί μια ακόμη υποχώρηση της Αθήνας που μπορεί να ακυρώσει το έργο και αυτό θα επιβεβαιώσει ότι όλη η Ανατολική Μεσόγειος είναι υπό την επιτροπεία της Τουρκίας και τίποτα δεν μπορεί στο μέλλον να γίνει χωρίς την άδειά της.
Η ουσία είναι πως η ελληνική κυβέρνηση ήταν απροετοίμαστη να αντιμετωπίσει πολιτικά και διπλωματικά τις απειλές της Άγκυρας, με αποτέλεσμα να χάσει διαπραγματευτικά ατού και να αναδιπλωθεί ως προς την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.
Στον επόμενο γύρο του περιβόητου ελληνοτουρκικού διαλόγου για το Αιγαίο και στην επόμενη συνάντηση Κορυφής μεταξύ του Έλληνα πρωθυπουργού και του Τούρκου προέδρου, η Ελλάδα θα προσέλθει αποδυναμωμένη, καθώς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχασε ένα ακόμα χαρτί.
Εδώ και 15 χρόνια μας στοιχειώνει η εικόνα του Γιώργου Παπανδρέου από το Καστελλόριζο. Υπήρχε πάντα η υποψία ότι ήταν η αρχή μίας διαδικασίας που σε αυτό το νησί θα ολοκληρωθεί με δραματικό τρόπο!