Το ΙΡΑΝ κτυπά πρώτο .Δεν περιμένει πλήγματα..Το Hormuz κρίνει τον πόλεμο, ο Trump καταρρέει
Λιγότερες από 100 ημέρες έχουν απομείνει από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ και το ποσοστό αποδοχής του Donald Trump έχει υποχωρήσει στο 32%, ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημοτικότητας Αμερικανού προέδρου τις τελευταίες δεκαετίες.Χαρακτηριστική είναι η στάση του Ιράν.
Αν και μέχρι πρότινος οι Ιρανοί τηρούσαν μια αμυντική στάση, καθώς επί της ουσίας ανταπέδιδαν – και συνήθως αναλογικά – τα χτυπήματα που δέχονταν, άλλαξαν στάση, και πέρασαν στην επίθεση…
Επρόκειτο για μια κίνηση που άλλαξε τους στρατιωτικούς όρους στον Περσικό κόλπο, καθώς πλέον οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοι τους αναγκάστηκαν να απαντήσουν…
Αναλυτές αποδίδουν την αλλαγή της στρατηγικής του Ιράν στη βασική τους επιδίωξη που δεν είναι άλλη από το να διατηρήσουν τον απόλυτο έλεγχο των Στενών του Hormuz…
Το Hormuz έχει εξελιχθεί στο βασικό διακύβευμα του πολέμου … και αυτό είναι το «κλειδί» που θα ξεκλειδώσει το αδιέξοδο στο οποίο έχει βυθιστεί η Μέση Ανατολή και ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump…
Δεδομένου ότι η όποια λύση θα προβλέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την είσπραξη τέλους για τη διέλευση των πλοίων από το Hormuz, αρχίζει να ξεκαθαρίζει ότι ο πόλεμος που σχεδιάστηκε ως επίδειξη αμερικανικής ισχύος κινδυνεύει να εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα πολιτικής ήττας του Λευκού Οίκου.
Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε και το δημοσίευμα της Wall Street Journal που αναφέρει πως μετά τα σκληρά και ισχυρά πυραυλικά πλήγματα του Ιράν στις βάσεις των ΗΠΑ στο Κουβέιτ, οι Αμερικανοί μελετούν το σενάριο μείωσης της στρατιωτικής τους παρουσίας σε αυτήν την κρίσιμης σημασίας για τα αμερικανικά συμφέροντα, χώρα της Μέσης Ανατολής.
Γιατί χτύπησε πρώτο το Ιράν
Το Ιράν έβαλε τέλος στις ημέρες σχετικής ηρεμίας στη Μέση Ανατολή, εξαπολύοντας αυτό που οι ΗΠΑ χαρακτήρισαν ως «αιφνιδιαστική» επίθεση, σηματοδοτώντας μια εντυπωσιακή αλλαγή στο μοτίβο των συγκρούσεων.
Αντί να απαντήσει σε ένα νέο αμερικανικό πλήγμα, η Τεχεράνη επέλεξε να επανεκκινήσει η ίδια τις εχθροπραξίες, δείχνοντας αυξανόμενη διάθεση να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ ώστε να διαμορφώσει την πορεία του πολέμου με τους δικούς της όρους.
Αυτό με τη σειρά του δημιούργησε τις προϋποθέσεις για νέα κλιμάκωση.
«Θα τους διαλύσουμε εντελώς», δήλωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump στο Fox News το πρωί της Τετάρτης.
«Θα τους χτυπήσουμε σκληρά.
Θα υποστούν συντριπτικό πλήγμα» ανέφερε ο Αμερικανός πρόεδρος.

Η απάντηση
Η απειλή αυτή δύσκολα θα εξέπληττε την Τεχεράνη, η οποία εκτόξευσε τους πυραύλους της γνωρίζοντας ότι θα μπορούσε να προκαλέσει την επιστροφή των αμερικανικών βομβαρδιστικών.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε «ισχυρό κύμα αεροπορικών επιδρομών» εναντίον του Ιράν, ως απάντηση στην απόπειρα επίθεσης κατά αμερικανικών δυνάμεων, πλήττοντας «δεκάδες» στόχους των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC).
Ο Donald Trump είχε αποδώσει την παύση των επιχειρήσεων της προηγούμενης εβδομάδας σε αίτημα του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι «μας το ζήτησαν πολύ ευγενικά» και επιθυμούσαν συνομιλίες.
Η Τεχεράνη δεν δεσμεύτηκε ποτέ δημόσια για τη συγκεκριμένη παύση, αν και ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε ότι «και οι ένοπλες δυνάμεις μας αποφάσισαν να μην προχωρήσουν σε στρατιωτική δράση».
Αυτό καθιστά ακόμη πιο σημαντική την απόφαση του Ιράν να επαναλάβει τις επιθέσεις.
Το ρίσκο και η αλλαγή στρατηγικής
Λίγες ώρες αφότου έδειξε δημόσια ότι θα ανταποκρινόταν στην αμερικανική αυτοσυγκράτηση, η Τεχεράνη έπληξε αμερικανικές δυνάμεις, κρίνοντας προφανώς ότι η αύξηση της πίεσης άξιζε το ρίσκο της επανέναρξης των νυχτερινών βομβαρδισμών.
«Φαίνεται ότι κάτι έχει αλλάξει θεμελιωδώς στην προσέγγιση του Ιράν, ιδιαίτερα όσον αφορά την προθυμία του να ξεκινήσει πρώτο μια επίθεση, εάν θεωρήσει ότι αυτή είναι η μόνη βιώσιμη επιλογή», έγραψε ο Hamid Reza Azizi, ερευνητής στο German Institute for International and Security Affairs, στην πλατφόρμα X.

Μήνυμα σε Ισραήλ, ΗΠΑ
Η επίθεση του Ιράν σημειώθηκε λίγο μετά τη συνάντηση του πρωθυπουργού του Ισραήλ Benjamin Netanyahu με τον Donald Trump στην Ουάσιγκτον, την οποία ο Ισραηλινός ηγέτης χαρακτήρισε ως «μία από τις καλύτερες συνομιλίες» που είχαν πραγματοποιήσει, μετά την αυξανόμενη ένταση στις σχέσεις τους.
Λίγες ώρες πριν από τη συνάντηση, ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ Israel Katz είχε δηλώσει ότι το Ισραήλ επιθυμούσε να πλήξει ιρανικές ενεργειακές υποδομές, αλλά είχε συγκρατηθεί έπειτα από παρέμβαση της κυβέρνησης Trump.
«Η επίθεση φαίνεται να αποτέλεσε μήνυμα που σχετίζεται με την επίσκεψη του Benjamin Netanyahu στον Λευκό Οίκο νωρίτερα την ίδια ημέρα», έγραψε ο Hamid Reza Azizi.
«Υποδηλώνει ότι η στρατιωτική στρατηγική του Ιράν ίσως έχει αλλάξει και ότι η Τεχεράνη είναι πλέον διατεθειμένη να εξαπολύσει προληπτικό πλήγμα εάν διαπιστώσει ενδείξεις επικείμενης απειλής»
Εμπλοκή Σαουδικής Αραβίας
Λίγο μετά την επίθεση στην Ιορδανία, οι στρατοί των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας πραγματοποίησαν κοινά πλήγματα κατά φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών στο Ιράκ.
Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ παρουσίασε την επιχείρηση όχι ως αντίποινα για την επίθεση στην Ιορδανία, αλλά ως απάντηση σε περισσότερες από 30 επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον αμερικανικών δυνάμεων και ενεργειακών υποδομών της Σαουδικής Αραβίας κατά το προηγούμενο 72ωρο.
Η κλιμάκωση έδειξε ότι ο πόλεμος επεκτείνεται.
Η Σαουδική Αραβία, η οποία επί μακρόν προσπαθούσε να αποφύγει την άμεση εμπλοκή, εμπλέκεται πλέον βαθύτερα, καθώς αντιμετωπίζει απειλές σε τρία μέτωπα: από τους Houthis στην Υεμένη, από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και από το ίδιο το Ιράν.

Στρατηγικοί στόχοι
«Η βασική πρόκληση για την Ουάσιγκτον και τους εταίρους της στον Κόλπο είναι ότι ούτε το Ιράν ούτε οι περιφερειακοί σύμμαχοί του φαίνονται πρόθυμοι να εγκαταλείψουν αυτό που πλέον θεωρούν θεμελιώδεις στρατηγικούς στόχους», έγραψε ο Danny Citrinowicz, ανώτερος ερευνητής στο ισραηλινό Ινστιτούτου για τη Μελέτη της Εθνικής Ασφάλειας και πρώην επικεφαλής του τμήματος για το Ιράν στις ισραηλινές στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών.
«Η Τεχεράνη εξακολουθεί να επιμένει στη διατήρηση της επιρροής της στα Στενά του Hormuz, ενώ οι Houthis έχουν καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να τερματίσουν την εκστρατεία τους εάν δεν αρθεί ο αποκλεισμός που έχει επιβάλει η Σαουδική Αραβία» υπογράμμισε ο αναλυτής.
Η θέση της Τεχεράνης
Σε συνέντευξή του στην ιρανική κρατική τηλεόραση, η οποία δημοσιεύθηκε λίγες ώρες πριν από την επίθεση στην Ιορδανία, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Kazem Gharibabadi διατύπωσε ίσως την πιο ξεκάθαρη μέχρι σήμερα περιγραφή της θέσης της Τεχεράνης.
Όπως ανέφερε, το Ιράν είχε σταματήσει να πυροβολεί, αλλά δεν θα δίσταζε να επαναλάβει τις εχθροπραξίες εάν αμφισβητούνταν η κυριαρχική του αξίωση επί των Στενών του Hormuz.
Η Τεχεράνη δεν θα μπορούσε να θεωρήσει ότι έχει επικρατήσει εάν τα Στενά επέστρεφαν στο προπολεμικό καθεστώς τους, δήλωσε ο αναπληρωτής υπουργός, υποστηρίζοντας ότι η θαλάσσια αυτή δίοδος έχει καταστεί κεντρικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια της χώρας και αποτελεί «εργαλείο άμυνας».

Η «κόκκινη γραμμή»
Όταν ο δημοσιογράφος τον ρώτησε γιατί η Τεχεράνη διακινδύνευσε την επανέναρξη του πολέμου επιτιθέμενη σε εμπορικά πλοία παρά την ύπαρξη εκεχειρίας, ο Kazem Gharibabadi απάντησε ότι το Ιράν θεωρεί «κόκκινη γραμμή» τις προσπάθειες του Ομάν και των ΗΠΑ να δημιουργήσουν εναλλακτική ναυτιλιακή διαδρομή μέσω των Στενών του Hormuz.
Κατά την άποψή του, η λειτουργία αυτής της διαδρομής θα περιόριζε την ιρανική αξίωση περί «αποτελεσματικής άσκησης κυριαρχίας» στην περιοχή σε «τίποτε περισσότερο από μια φαντασίωση».
«Κάποιος μπορεί να το δει απλά και να αναρωτηθεί γιατί το Ιράν θα χτυπούσε τρία εμπορικά πλοία με πυραύλους μόνο και μόνο επειδή είχαν απενεργοποιήσει το GPS τους, διακινδυνεύοντας να ξαναρχίσει ο πόλεμος», είπε o Ιρανός αξιωματούχος.
Αν όμως κοιτάξει κανείς βαθύτερα, θα διαπιστώσει ότι οι ρυθμίσεις που θα ισχύσουν στα Στενά του Hormuz θα έχουν μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στην ασφάλεια της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν».
Στρατηγική αδυναμία, όχι αυτοσυγκράτηση
Από την οπτική της Τεχεράνης, η παύση των αμερικανικών επιθέσεων αντανακλά «στρατηγική αδυναμία και όχι αυτοσυγκράτηση», έγραψε ο Danny Citrinowicz.
Η αντίληψη αυτή ενδέχεται να τροφοδοτήσει έναν φαύλο κύκλο, στον οποίο το Ιράν θα κλιμακώνει τις ενέργειές του για να αυξήσει το κόστος για τους αντιπάλους του, ενώ καμία πλευρά δεν θα υποχωρεί υπό τον φόβο ότι θα χάσει την αξιοπιστία της.
Σύμφωνα με τον Danny Citrinowicz, οι ΗΠΑ και οι εταίροι τους βρίσκονται πλέον μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή: είτε να αποδεχθούν ορισμένες από τις ιρανικές απαιτήσεις είτε να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, που θα χαρακτηρίζεται από ολοένα και περισσότερες επιθέσεις κατά της ναυσιπλοΐας, των ενεργειακών υποδομών και των εμπορικών διαδρόμων.

Ποια ισχύς των ΗΠΑ…
Ο πόλεμος που η κυβέρνηση των ΗΠΑ ξεκίνησε με στόχο την επίδειξη ισχύος, την αποκατάσταση της αποτρεπτικής ικανότητας και την ενίσχυση της εσωτερικής πολιτικής θέσης του Donald Trump, έχει πλέον εξελιχθεί σε μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προκλήσεις για τον Αμερικανό πρόεδρο.
Αυτό που επρόκειτο να παρουσιάσει μια εικόνα ισχυρής Ουάσιγκτον και αποφασιστικής ηγεσίας του Trump στην εξωτερική πολιτική, σήμερα αποκαλύπτει κυρίως το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό κόστος του στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Όσο περισσότερο παρατείνεται ο πόλεμος κατά του Ιράν, τόσο περισσότερο οι επιπτώσεις του γίνονται αισθητές όχι στο πεδίο της μάχης, αλλά στις δημοσκοπήσεις, στην κοινή γνώμη και στο πολιτικό μέλλον του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Στην πιο δύσκολη θέση ο Trump
Λιγότερες από 100 ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, οι πιο πρόσφατες αξιόπιστες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Trump βρίσκεται στη δυσκολότερη πολιτική περίοδο από τότε που επέστρεψε στον Λευκό Οίκο.
Πολλοί Αμερικανοί αναλυτές αποδίδουν αυτή την κατάσταση στον συνδυασμό του αποτυχημένου πολέμου με το Ιράν, της αύξησης του οικονομικού κόστους και της εντεινόμενης δυσαρέσκειας της αμερικανικής κοινωνίας απέναντι στις προτεραιότητες της κυβέρνησης.

Kατάρρευση δημοτικότητας
Τα αποτελέσματα της τελευταίας δημοσκόπησης του Πανεπιστημίου Quinnipiac δείχνουν ότι το ποσοστό αποδοχής του Donald Trump έχει υποχωρήσει στο 32%, ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημοτικότητας Αμερικανού προέδρου τις τελευταίες δεκαετίες.
Παράλληλα, δημοσκόπηση του δικτύου CNN καταγράφει τη δημοτικότητά του μόλις στο 34%.
Ίσως ακόμη σημαντικότερο από αυτούς τους αριθμούς είναι η απάντηση των Αμερικανών σε ένα κρίσιμο ερώτημα: εστιάζει ο Trump στα σωστά ζητήματα;
Στη δημοσκόπηση του Quinnipiac, μόνο το 29% των ερωτηθέντων απάντησε θετικά, ενώ στη δημοσκόπηση του CNN το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 27%.
Με άλλα λόγια, περίπου επτά στους δέκα Αμερικανούς θεωρούν ότι η κυβέρνηση ακολουθεί λανθασμένη πορεία.
Πρόβλημα για Ρεπουμπλικάνους
Ο γνωστός Αμερικανός αναλυτής Chris Hayes, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα, υπογράμμισε ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα βρίσκεται αντιμέτωπο με «ένα πραγματικό πρόβλημα» ενόψει των εκλογών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Trump εμφανίζει πλέον χαμηλότερα ποσοστά δημοτικότητας ακόμη και σε σύγκριση με την περίοδο μετά τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου, ενώ ο παρατεταμένος πόλεμος με το Ιράν αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους αυτής της πτώσης.

Κρίση αντί για ισχύ
Η κυβέρνηση Trump θεωρούσε ότι η εμπλοκή σε πόλεμο με το Ιράν θα μπορούσε, όπως είχε συμβεί σε ορισμένες ιστορικές περιόδους, να ενισχύσει τη λαϊκή υποστήριξη προς τον πρόεδρο.
Στην αμερικανική πολιτική, αρκετοί πρόεδροι έχουν επιχειρήσει να αξιοποιήσουν στρατιωτικές επιτυχίες για να ενισχύσουν την εσωτερική τους θέση.
Αυτή τη φορά όμως η πραγματικότητα εξελίχθηκε διαφορετικά.
Ο πόλεμος κατά του Ιράν όχι μόνο δεν οδήγησε στη γρήγορη και χαμηλού κόστους νίκη που ανέμενε ο Λευκός Οίκος, αλλά μετατράπηκε σε μια σύγκρουση φθοράς, της οποίας το κόστος επιβαρύνει καθημερινά ολοένα περισσότερο την αμερικανική οικονομία και κοινωνία.
Η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, η πίεση στον κρατικό προϋπολογισμό, οι ανησυχίες για επέκταση της σύγκρουσης, η συνέχιση των αμοιβαίων επιθέσεων και η αβεβαιότητα σχετικά με το τέλος του πολέμου έχουν οδηγήσει μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης να θεωρεί τη σύγκρουση όχι ως αναγκαία επιλογή για την εθνική ασφάλεια, αλλά ως πρόσθετο βάρος για την οικονομία και την καθημερινότητά της.
Για πολλούς Αμερικανούς, επομένως, ο πόλεμος με το Ιράν δεν αποτελεί πλέον απλώς ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, αλλά θέμα που επηρεάζει άμεσα το βιοτικό τους επίπεδο και το οικονομικό τους μέλλον.
Το κόστος του πολέμου επιστρέφει στην Ουάσιγκτον
Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της αμερικανικής στρατιωτικής στρατηγικής τις τελευταίες δεκαετίες ήταν η προσπάθεια να παραμένουν οι συνέπειες των πολέμων μακριά από το αμερικανικό έδαφος.
Η Ουάσιγκτον επιδίωκε διαχρονικά να διαχειρίζεται τις συγκρούσεις εκτός των συνόρων της και να μεταφέρει το άμεσο κόστος τους σε άλλες περιοχές.
Ωστόσο, ο πρόσφατος πόλεμος απέδειξε ότι, παρότι το πεδίο της μάχης βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι πολιτικές και οικονομικές συνέπειές του επιστρέφουν άμεσα στην Ουάσιγκτον. Σήμερα, το σημαντικότερο μέτωπο αυτού του πολέμου δεν βρίσκεται μόνο στη Μέση Ανατολή, αλλά και στην αμερικανική κοινή γνώμη και στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.
Στην πράξη, το κόστος που υποτίθεται ότι θα παρέμενε εκτός των αμερικανικών συνόρων έχει πλέον επιστρέψει στον Λευκό Οίκο, με τη μορφή της πτώσης της δημοτικότητας του προέδρου, της αυξανόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας και της δυσκολότερης εκλογικής πορείας των Ρεπουμπλικανών.

Δύσκολο δίλημμα
Ο Trump βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με μια κρίσιμη επιλογή.
Η συνέχιση του πολέμου ενδέχεται να αυξήσει τις πολιτικές και οικονομικές πιέσεις στην κυβέρνηση και να επιταχύνει τη μείωση της δημοτικότητάς του.
Από την άλλη πλευρά, μια υποχώρηση ή μια προσπάθεια αποκλιμάκωσης θα μπορούσε να εκληφθεί από μέρος των υποστηρικτών του ως εγκατάλειψη των προεκλογικών του δεσμεύσεων.
Παρ’ όλα αυτά, οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η αμερικανική κοινή γνώμη επιθυμεί περισσότερο από ποτέ τη μείωση του κόστους του πολέμου και τη συγκέντρωση της κυβερνητικής προσοχής στην επίλυση των εσωτερικών προβλημάτων.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο πόλεμος κατά του Ιράν δεν αποτελεί πλέον απλώς υπόθεση εξωτερικής πολιτικής, αλλά έχει εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Εάν η σημερινή πορεία συνεχιστεί, το μεγαλύτερο κόστος αυτού του πολέμου ενδέχεται να μην καταβληθεί στο πεδίο της μάχης, αλλά στις κάλπες και στο πολιτικό μέλλον του Donald Trump και του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, επηρεάζοντας την πορεία της αμερικανικής εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.
Wall Street Journal: Οι ΗΠΑ εξετάζουν να μειώσουν την στρατιωτική τους παρουσία στο Κουβέιτ λόγω… Ιράν
Δημοσίευμα της Wall Street Journal υποστηρίζει ότι ο αμερικανικός στρατός επανεξετάζει την έκταση της στρατιωτικής του παρουσίας στο Κουβέιτ, λόγω της αυξανόμενης απειλής κατά των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή.
Το Κουβέιτ αποτελεί, από τον Δεύτερο Πόλεμο του Κόλπου, ένα από τα σημαντικότερα κέντρα ανάπτυξης αμερικανικών στρατευμάτων και τη βασική βάση υποστήριξης των επιχειρήσεων της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή.
Το δημοσίευμα, επικαλούμενο Αμερικανούς αξιωματούχους, αναφέρει ότι οι πρόσφατες πυραυλικές και επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) από το Ιράν ανέδειξαν ακόμη περισσότερο την ευαλωτότητα των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στο Κουβέιτ.
Η εξέλιξη αυτή ώθησε την κυβέρνηση των ΗΠΑ να εξετάσει διάφορες επιλογές σχετικά με το μέλλον της στρατιωτικής της παρουσίας στη χώρα.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ένα από τα σενάρια που εξετάζονται είναι η μείωση του αριθμού των Αμερικανών στρατιωτών που σταθμεύουν στο Κουβέιτ, χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί ακόμη οριστική απόφαση.
Η Wall Street Journal επισημαίνει ότι η επανεξέταση αυτή ενδέχεται να έχει σημαντικές συνέπειες για τις σχέσεις ασφαλείας μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Κουβέιτ.
Όπως αναφέρεται, το Κουβέιτ εξακολουθεί να θεωρεί απαραίτητη τη συνεργασία του με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη διασφάλιση της εθνικής του ασφάλειας, ενώ παράλληλα καταβάλλει προσπάθειες για την ενίσχυση των αμυντικών του δυνατοτήτων, ιδιαίτερα στον τομέα της αντιαεροπορικής άμυνας και της αντιμετώπισης πυραυλικών και αεροπορικών απειλών από drones.
Το δημοσίευμα αναφέρει επίσης ότι οι πρόσφατες επιθέσεις προκάλεσαν, πέρα από τις ανησυχίες για την ασφάλεια, ζημιές και σε κρίσιμες υποδομές του Κουβέιτ, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων αφαλάτωσης νερού και της διαδικασίας εξαγωγής πετρελαίου.
Η Wall Street Journal τονίζει ότι το Κουβέιτ βρίσκεται σήμερα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη θέση: από τη μία πλευρά εξακολουθεί να βασίζεται στην αμερικανική «ομπρέλα ασφαλείας» και, από την άλλη, η αυξανόμενη περιφερειακή απειλή έχει καταστήσει τη συνέχιση της εκτεταμένης παρουσίας αμερικανικών δυνάμεων στη χώρα ζήτημα που η Ουάσιγκτον επανεξετάζει.
www.bankingnews.gr








