Ο επόμενος πρωθυπουργός θα παραλάβει μια οικονομία στα όρια της κατάρρευσης

Θα παραλάβει επίσης μια οικονομία με χρόνια αιμορραγία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με ελλείμματα -15,3 δισ. το 2023, -16,9 δισ. το 2024 και -14,1 δισ. το 2025, και δεκάδες δισεκατομμύρια που χάθηκαν μέσα από προϋπολογισμούς χωρίς αντίκρισμα. Θα βρεθεί απέναντι σε μια Ευρώπη που ήδη κοιτά με δυσπιστία, καθώς η χώρα εμφανίζεται διαβρωμένη από ένα σύστημα που άφησε πίσω του έναν αγροτικό τομέα κατεστραμμένο στη Θεσσαλία, μια κτηνοτροφία εκτεθειμένη και αποδυναμωμένη, μια βιομηχανία που ασφυκτιά από το υψηλότερο ενεργειακό κόστος, και ένα τραπεζικό σύστημα σε ξένα χέρια, φορτωμένο με αναβαλλόμενους φόρους δισεκατομμυρίων και πρακτικές που εξαντλούν την αγορά.
Επί επτά χρόνια, το σύστημα διακυβέρνησης που κυριάρχησε οικοδόμησε μια εικόνα αριθμητικής «ανάπτυξης» χωρίς πραγματική βάση. Μοίρασε πόρους με όρους ημετέρων, άνοιξε δρόμους για αναθέσεις που απορρόφησαν δημόσιο χρήμα, και διαχειρίστηκε τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης χωρίς σαφή παραγωγικό αποτύπωμα. Τα αποτελέσματα αυτής της διαχείρισης αποτυπώνονται ήδη και θα φανούν ακόμη πιο καθαρά το επόμενο διάστημα.
Παρά την εισροή 57 δισ. ευρώ από ευρωπαϊκούς πόρους την περίοδο 2021-2027 και παρά την τεχνητή ενίσχυση του ΑΕΠ μέσω αναθεωρήσεων, η πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας την εξαετία 2020-2025 περιορίστηκε στο 10,8%. Την ίδια ώρα, σχεδόν ένας στους πέντε Έλληνες βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας, με το ποσοστό να αυξάνεται αντί να μειώνεται, και τη χώρα να καταγράφει από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα.
Σε αυτό το περιβάλλον, όσοι φιλοδοξούν να αναλάβουν τη διακυβέρνηση δεν μπορούν να περιορίζονται σε γενικόλογες εξαγγελίες. Τα ερωτήματα είναι συγκεκριμένα και απαιτούν συγκεκριμένες απαντήσεις. Πού θα στηριχθεί η παραγωγική ανασυγκρότηση και με ποια μέσα. Πώς θα προσελκυστούν πραγματικές επενδύσεις και όχι κεφάλαια ευκαιρίας. Πώς θα σταματήσει η μονομερής ενίσχυση του real estate εις βάρος της παραγωγής.
Τι θα γίνει με τα ανοιχτά εθνικά ζητήματα, από τις γερμανικές αποζημιώσεις μέχρι τη διαχείριση της ενέργειας. Πώς θα αντιμετωπιστεί το ιδιωτικό χρέος που πιέζει την κοινωνία. Πώς θα αλλάξει ένα τραπεζικό σύστημα που δεν επιτελεί τον ρόλο του. Πώς θα διαχειριστεί το δημόσιο χρέος και τη σχέση με τις ευρωπαϊκές αρχές. Πώς θα στηριχθεί η περιφέρεια, πώς θα αντιμετωπιστεί το δημογραφικό, πώς θα διασφαλιστεί η νησιωτικότητα.
Η πραγματικότητα είναι σκληρή και τα προβλήματα συσσωρευμένα. Οι εύκολες υποσχέσεις δεν αρκούν και τα προγράμματα που μένουν στη θεωρία δεν απαντούν σε τίποτα. Η σταθερότητα που προβάλλεται δεν αντανακλά ισορροπία, αλλά μια παρατεταμένη κατάσταση αφαίμαξης. Και μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον αβεβαιότητας, οι εξελίξεις δεν αφήνουν περιθώρια για αυταπάτες. Οι απαιτήσεις είναι συγκεκριμένες και το περιθώριο λαθών έχει εξαντληθεί.








