Πρωταθλητές στην εργασιακή γαλέρα της ΕΕ: Η «τεμπελιά» των Ελλήνων πνίγεται στα 40ωρα της εκμετάλλευσης
Τελικά, οι Έλληνες είναι «τεμπέληδες» ή απλώς δουλεύουν μέχρι εξαντλήσεως;
Τα καινούργια στοιχεία της Eurostat για το 2025 έρχονται να γκρεμίσουν με πάταγο ένα από τα πιο χιλιοειπωμένα παραμύθια της αστικής προπαγάνδας: τον περίφημο «τεμπέλη Έλληνα», που υποτίθεται ότι ζούσε πάνω από τις δυνατότητές του και δούλευε λιγότερο από τους «προκομμένους» Ευρωπαίους.
Οι αριθμοί λένε ακριβώς το αντίθετο.
Η Ελλάδα καταγράφει το 2025 τη μεγαλύτερη μέση πραγματική εβδομάδα εργασίας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση: 39,6 ώρες. Ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 35,9 ώρες. Στην Ολλανδία οι εργαζόμενοι δουλεύουν κατά μέσο όρο 31,9 ώρες την εβδομάδα, ενώ στη Γερμανία και τη Δανία 33,9.
Και δεν μιλάμε για θεωρητικά ωράρια ή για όσα προβλέπει κάποιος νόμος. Η Eurostat μετρά τις πραγματικές ώρες εργασίας, συμπεριλαμβάνοντας και πρόσθετες ώρες εργασίας, ανεξάρτητα από το αν αυτές αμείβονται.
Αν υπάρχει λοιπόν κάτι που περισσεύει στην Ελλάδα, δεν είναι η «τεμπελιά». Είναι η δουλειά. Και μάλιστα η εξοντωτική δουλειά.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα καταγράφει ένα ακόμη εφιαλτικό «ρεκόρ». Το δεύτερο τρίμηνο του 2025, το 20,9% των εργαζομένων δούλευε πάνω από 45 ώρες την εβδομάδα, το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη την ΕΕ.
Αυτή είναι η πραγματική εικόνα πίσω από τα κυβερνητικά πανηγύρια περί «ανάπτυξης», «ανταγωνιστικότητας» και «ευελιξίας».
Δεν είναι τεμπελιά. Είναι εκμετάλλευση.
Για δεκαετίες, το σύστημα προσπάθησε να φορτώσει στους εργαζόμενους την ευθύνη για τα αδιέξοδά του. Ο «τεμπέλης Έλληνας», ο «δημόσιος υπάλληλος που δεν δουλεύει», ο εργαζόμενος που «δεν είναι αρκετά παραγωγικός».
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα με αυτό το αφήγημα: οι αριθμοί δεν το επιβεβαιώνουν. Ο Έλληνας εργαζόμενος δουλεύει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο στην ΕΕ. Και το κάνει σε μια οικονομία όπου οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι, η ακρίβεια λεηλατεί το εισόδημα και η επισφάλεια έχει γίνει καθημερινότητα.
Η περίφημη «ευελιξία» της αγοράς εργασίας μεταφράζεται για εκατομμύρια εργαζόμενους σε περισσότερες απαιτήσεις, περισσότερη διαθεσιμότητα, περισσότερες ώρες και λιγότερα δικαιώματα. Και όταν ο μισθός δεν φτάνει για να βγει ο μήνας, η απάντηση του συστήματος είναι περίπου πάντα η ίδια: Δούλεψε περισσότερο.
Η «ανταγωνιστικότητα» πάνω στην πλάτη του εργαζόμενου
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της σύγκρισης με τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά.
Στην Ολλανδία, στη Γερμανία και στη Δανία η μέση πραγματική εβδομάδα εργασίας είναι αισθητά μικρότερη. Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι εκεί δεν υπάρχει καπιταλιστική εκμετάλλευση. Σημαίνει όμως ότι η ελληνική εκδοχή της «ανταγωνιστικότητας» εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συμπίεση του εργατικού κόστους και στην ένταση της εργασίας.
Λιγότερα δικαιώματα. Περισσότερη δουλειά. Φθηνότερη εργατική δύναμη. Μεγαλύτερη κερδοφορία. Αυτό είναι το μοντέλο.
Και το βαφτίζουν «ανάπτυξη».
Το «ρεκόρ» που πρέπει να μας εξοργίζει
Δεν υπάρχει τίποτα για να πανηγυρίσει κανείς σε μια χώρα όπου ο εργαζόμενος περνά το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του στη δουλειά και παρ’ όλα αυτά δυσκολεύεται να πληρώσει το νοίκι, το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ και τα βασικά. Δεν είναι τίτλος τιμής να δουλεύεις 39,6 ώρες την εβδομάδα. Είναι κοινωνικός δείκτης εκμετάλλευσης.
Και πίσω από τον μέσο όρο υπάρχουν οι αμέτρητες απλήρωτες υπερωρίες, η εργασία εκτός ωραρίου, η δεύτερη δουλειά, η μαύρη εργασία, τα εξαντλητικά ωράρια, η εργοδοτική αυθαιρεσία και όλοι εκείνοι που αναγκάζονται να πουλήσουν όλο και περισσότερο από τον χρόνο και τη ζωή τους για να τα βγάλουν πέρα.
Ακόμη και η ίδια η Eurostat καταγράφει ότι οι πραγματικές ώρες περιλαμβάνουν πρόσθετες ώρες εργασίας, είτε αυτές αμείβονται είτε όχι. Κι αυτό κάνει ακόμη πιο προκλητικό το γνωστό παραμύθι περί «τεμπέληδων Ελλήνων».
Το πραγματικό ζητούμενο είναι άλλο
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι πώς θα κάνουμε τον εργαζόμενο να δουλεύει ακόμη περισσότερο. Το ερώτημα είναι γιατί, ενώ η παραγωγικότητα και η τεχνολογία έχουν προχωρήσει τόσο, ο εργαζόμενος εξακολουθεί να πρέπει να θυσιάζει τη ζωή του για έναν μισθό που συχνά δεν επαρκεί ούτε για τα στοιχειώδη.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι περισσότερη «ευελιξία». Χρειάζεται δραστική μείωση του εργάσιμου χρόνου, ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς, συλλογικές συμβάσεις, πλήρη κατοχύρωση του 8ωρου και των εργασιακών δικαιωμάτων και, πάνω απ’ όλα, ανατροπή της λογικής που θέλει τον εργαζόμενο αναλώσιμο υλικό στην υπηρεσία της κερδοφορίας.
Γιατί η ζωή δεν μπορεί να μετριέται σε ώρες υπερεργασίας. Και η «τεμπελιά» των Ελλήνων αποδεικνύεται τελικά ένας ακόμη μύθος που φτιάχτηκε για να κρύψει αυτό που πραγματικά συμβαίνει:
Δεν δουλεύουμε λίγο. Δουλεύουμε πολύ. Και για πολλούς δουλεύουμε πάρα πολύ — για πολύ λίγα.
Αυτό δεν είναι αποτυχία του εργαζόμενου. Είναι το «θαύμα» της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
vathikokkino









