Αθήνα και Λευκωσία μπροστά σε αποφάσεις για αντιμετώπιση της Τουρκίας

ellada-kyprosΗ κατάσταση στην Κύπρο πρωτίστως και στο Αιγαίο δευτερευόντως, εμφανίζεται όλο και περισσότερο τεταμένη. Σ αυτό το συμπέρασμα, οδηγούμαστε από τη συνεχιζόμενη έμπρακτη και ένοπλη τουρκική προκλητικότητα αλλά και τις απόψεις που συνεχίζει να εκφράζει η Τουρκική πολιτική ηγεσία, υποβοηθούμενη από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή σε σχέση με την Κυπριακή Δημοκρατία, τα δικαιώματά της Λευκωσίας στην Κυπριακή ΑΟΖ, τις επαφές Ελλάδας και Κύπρου με Αίγυπτο και τέλος την αμφισβήτηση οριακά, αλλά καθόλου τυχαία, του status quo στο Αιγαίο. Φυσικά, χωρίς να ξεχνάμε και την ισχύουσα απειλή πολέμου σε περίπτωση επέκτασης των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια, όπως η Συνθήκη για τη Θάλασσα ορίζει.

Αυτή η επανεμφανισθείσα τουρκική πολιτική αμφισβήτησης του συνόλου των γεωγραφικών και οικονομικών δεδομένων της Ελλάδας και της Κύπρου, επανέρχεται καθώς για μια ακόμη φορά η διεθνής και περιφερειακή συγκυρία είναι σε βάρος της Τουρκίας.

Η αποτυχούσα πολιτική Νταβούτογλου των «μηδενικών προβλημάτων» και της νεό-οθωμανοποίησης, οδήγησε στη διακοπή ή την περιθωριοποίηση των σχέσεων με τη Συρία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, το Ιράκ, τη Λιβύη, και η πτώση της δημοτικότητάς της σε Σ. Αραβία, Κατάρ και ΗΑΕ, δημιούργησαν σοβαρό κενό στην Τουρκική διπλωματία μεγεθύνοντας ταυτοχρόνως το μέγεθος των οικονομικών απωλειών από τη μείωση των εξαγωγών της.
Επιχειρώντας να απαντήσει στους επικριτές του ο Ταγίπ Ερντογάν, χρησιμοποιεί τον ως χθες διακηρυγμένο «εχθρό» του, τις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις σαν μοχλό πρόκλησης διαταραχής στις σχέσεις του με την Ελλάδα και την Κύπρο, ελπίζοντας να συντηρήσει με τον τρόπο αυτό το εσωτερικό πολιτικό κλίμα υπό έλεγχο. Αυτή η νεό-εθνικιστική στροφή του είναι απάντηση στις αντιπολιτευτικές δυνάμεις της Τουρκίας. Γιατί η ένταση στο Αιγαίο και στην Αν. Μεσόγειο, δεν προκαλεί τα αντανακλαστικά των πολιτικών αντιπάλων του, όσο η ένοπλη καταστολή των Κούρδων στη ΝΑ Τουρκία μετά την επίσημη καταγγελία της «ανακωχής» ανάμεσά τους.
Η πολιτική αυτή όμως, δημιουργεί νέες ρήξεις με τους διεθνείς συνεργάτες και στρατηγικούς εταίρους της Τουρκίας καθώς τους υποχρεώνει να παρέμβουν και να λάβουν θέση απέναντι σε γεγονότα που δεν ανήκουν στην άμεση προτεραιότητά τους. Τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ, η Γερμανία και η Γαλλία, αναγκάστηκαν να παρέμβουν προκειμένου να «νουθετήσουν –με διαφορετικό τρόπο και ύφος η καθεμιά- την Άγκυρα.

Αυτές οι «παρεμβάσεις» όμως, δημιούργησαν σοβαρό προβληματισμό στην Αθήνα και τη Λευκωσία καθώς, έγινε σαφές ότι απέναντι στην Τουρκική επιθετικότητα Ελλάδα και Κύπρος είναι μόνες.

Δεν είναι μόνες στο βαθμό, που η στάση τους δεν στηρίζει τις θέσεις μας σε σχέση με το διεθνές δίκιο, την κυριότητα της Κυπριακής ΑΟΖ ή τις γενικές μας πολιτικές στην περιοχή. Είμαστε όμως μόνοι, όταν η στάση τους περιορίζεται σε νουθεσίες τόσο στην Άγκυρα όσο και στην Αθήνα. Δηλαδή, συνεχίζουν να στηρίζουν την άποψη ότι «έχουμε κι εμείς ευθύνες για όσα πράττει η Άγκυρα». Πρόκειται για την ίδια βρετανική πολιτική, που θεωρεί πως η Τουρκική εισβολή και κατοχή της Κύπρου οφείλεται στην… Λευκωσία!
Απέναντι λοιπόν στα γεγονότα αυτά, ποια είναι η στρατηγική μας; Οι δαιδαλώδεις πολιτικές διακηρύξεις περί «διεθνούς δικαίου» και άλλα συναφή που ακούγονται δια στόματος Ευαγγέλου Βενιζέλου, μπορεί να ηχούν όμορφα στους διαδρόμους του Υπουργείου Εξωτερικών αλλά σίγουρα ουδείς δίνει «δεκάρα μία» πέραν των τοίχων της Βασιλίσσης Σοφίας και Ζαλοκώστα. Οι «απέναντι» αλλά και οι γύρω μας, φίλοι και μη αυτό που προσμετρούν είναι οι αποτρεπτικές δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων και η αποφασιστικότητα στην χρησιμοποίησή τους, αν και όταν απαιτηθεί.
Η αποστολή δυο πολεμικών σκαφών στον πέριξ της Κύπρου χώρο αποτέλεσε πράξη ευφυή όσο και αναγκαία. Αν μάλιστα συμπληρωθεί από ένα σμήνος μαχητικών στο αεροδρόμιο της Πάφου, το μήνυμα που θα σταλεί θα είναι αποτελεσματικότερο.
Αυτό που δεν είναι ακόμη σαφές, είναι κατά όσον η απόφαση του Νίκου Αναστασιάδη να μεταβεί στη Μόσχα αποτελεί ορθή πολιτική πράξη ή λανθασμένη, δεδομένου ότι η Λευκωσία σαν μέλος της ΕΕ, μετείχε και υπερψήφισε αποφάσεις πολιτικής απομόνωσης της Ρωσίας. Αποτελεί ένα μοχλό πίεσης αλλά που η Μόσχα γνωρίζοντάς το, δεν θυσιάζει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της, που είναι η καλή ή ουδέτερη θέση της απέναντι στην Τουρκία όπως συνέβη και στο παρελθόν.
Η διευρυνόμενη κρίση με την Τουρκία ωστόσο, παρέχει μια τελευταία ευκαιρία στο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας, να την αντιμετωπίσει από κοινού. Όχι φυσικά σε επίπεδο διακηρύξεων και κραυγαλέων τίτλων στα ΜΜΕ, αλλά με συναντίληψη στο επίπεδο των αντιδράσεων και της καθημερινής διαχείρισης της κρίσης. Οι σημερινές κλήσεις στο Προεδρικό των κ.κ. Τσίπρα και Σαμαρά, είναι απόρροια αυτού κλίματος αναζήτησης ενός κοινού παρανομαστή.
Με διαφορετικούς χρωματισμούς και τόνους, ενδεχομένως, αλλά με συμφωνία επί της ουσίας θεωρούμε ότι θα λήξει αυτή η διαδικασία καθώς κανείς πολιτικός παράγοντας δεν διαφωνεί με την ενεργή υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων ενώ παράλληλα κανένα δεν συμφέρει αυτή η κατάσταση.
Απόψε, θα γνωρίζουμε τι ακριβώς συνέβη, ποιο είναι το αποτέλεσμα κι ελπίζουμε από αύριο να ξεκινήσει η υλοποίηση των μέτρων εκείνων που θα απομειώσουν την τουρκική προκλητικότητα με τον ένα ή τον άλλο τόπο..
Ο ΔΡΑΓΟΥΜΑΝΟΣ

Σχολιαστε